Αρχική
Προϊόντα
Ελαιόλαδο λάδι ελιάς Βιολογικό ελαιόλαδο
ΚΡΑΣΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΕΛΙΕΣ-ΠΑΣΤΑ ΕΛΙΑΣ
ΜΕΛΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ
ΓΛΥΚΑ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΖΥΜΑΡΙΚΑ
ΞΥΔΙ ΜΕ ΒΟΤΑΝΑ
ΣΑΛΤΣΕΣ ΝΤΟΜΑΤΑΣ
ΒΙΟΛΟΓΙΚΟ ΤΣΑΙ-ΒΟΤΑΝΑ
ΚΑΣΕΤΙΝΕΣ ΔΩΡΟΥ
ΦΑΣΟΛΙΑ ΠΡΕΣΠΩΝ
ΛΑΔΟΞΥΔΟ ΜΕ ΜΕΛΙ
ΧΟΙΡΙΝΟ ΠΑΣΤΟ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ
ΛΙΑΣΤΗ ΝΤΟΜΑΤΑ
ΛΑΔΟΤΥΡΙ ΣΦΕΛΑ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ
ΑΡΩΜΑΤΙΚΟ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ-ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ ΜΕ ΒΟΤΑΝΑ
ΧΟΝΔΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΗ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ
Πληροφορίες προϊόντων

Τo λάδι KORONI

H Μεσσηνιακή ελιά

Η αγριελιά υπήρχε χιλιάδες χρόνια πριν, σε όλες τις περιοχές της Μεσογείου. Στην Μεσσηνία παραμένουν άγνωστα τα πρώτα στάδια της εκμετάλλευσής της από τους κατοίκους, ωστόσο οι απαρχές της ελαιοκαλλιέργειας τοποθετούνται στους προϊστορικούς χρόνους. Στο ανάκτορο του Νέστορα στην Αρχαία Πύλο ανακαλύφθηκε μια από τις αρχαιότερες απεικονίσεις του ελαιολάδου. Αυτό μαρτυρεί την ενσωμάτωσητου καρπού της ελιάς στις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων της Μεσσηνίας.

Όσο περνούν τα χρόνια οι πληροφορίες που έχουμε για την χρήση του ελαιολάδου είναι πιο συγκεκριμένες. Το ελαιόλαδο χρησιμοποιείται σε διάφορους τομείς της καθημερινής ζωής μαγειρική, αρωματοποιία, φαρμακευτική τελετουργία. Η εξάπλωση της ελαιοκαλλιέργειας είναι γεγονός και γίνεται η κύρια απασχόληση των κατοίκων. Αξιόλογες πληροφορίες αναφέρουν ότι κατά την βυζαντινή περίοδο γίνεται μεγάλη παραγωγή ελαιολάδου στην Μεσσηνία. Την εποχή της Τουρκοκρατίας αναπτύσσεται η οικονομία στην Κορώνη Μεθώνη εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου λαδιού και την εξαγωγή. Και στην Καλαμάτα όμως στις αρχές του 20ου αιώνα οι εξαγωγές φθάνουν τα 6000 βαρέλια. Όλη αυτή η ανάπτυξη σταματάει όταν κατά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας της χώρας από τους Τούρκους, δίνεται η διαταγή να καεί ο Μεσσηνιακός ελαιώνας από τον Ιμπραήμ.

Με την ίδρυση του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους το 1830 ψηφίστηκαν νόμοι με σκοπό την τόνωση του ενδιαφέροντος για την καλλιέργεια της ελιάς. Τον 19ο αιώνα η Καλαμάτα εξελίσσεται σε σημαντικό αστικό εμπορικό κέντρο και εξαγωγικό λιμάνι (γίνονται εξαγωγές στην Ιταλία, Γαλλία κ.τ.λ.) εξαιτίας της μεγάλης παραγωγής λαδιού. Παρουσιάζονται ελαιουργικές βιομηχανικές πλάι στα παραδοσιακά ελαιοτριβεία.

Οι Μεσσήνιοι επιδιώκουν να πετύχουν την διεθνή προβολή της διαχρονικής αξίας των δύο προϊόντων του τόπου τους, της ελιάς και του ελαιολάδου στην φυσική υγεία και διατροφή, όχι μόνο μέσα από εμπορικά μονοπάτια αλλά και πολιτιστικά π.χ. το πολιτιστικό οδοιπορικό, οι δρόμοι του λαδιού και της ελιάς του επιμελητηρίου Μεσσηνίας.

 

Το χρυσό λάδι!

Λάδι Κορώνης.

Έντονη φρουτώδες γεύση και μετάγευση με διάρκεια και παχύ σώμα.

Μέτρια προς έντονη αίσθηση του πικρού και του πικάντικου.

Το πικάντικο υπερτερεί του πικρού.

Χωρίς σημαντική πολυπλοκότητα άλλων αρωμάτων παρουσιάζει ευχάριστη

όσφρηση και γευστικά χαρακτηριστικά των πράσινων κομμένων φύλλων που του προσδίδουν έντονη φρεσκάδα.

Ένα τέτοιο λάδι αν το δοκιμάζαμε όπως το κρασί θα λέγαμε.

Μύτη φρέσκου καρπού ελιάς, πράσινου μήλου, φρέσκου αμυγδάλου, φινετσάτο στόμα με φρουτώδη γεύση και πικρουλή επίγευση ,χαρακτηριστικά ενός εξαιρετικού ελαιολάδου και της έντονης παρουσίας αντιοξειδωτικών .

 

 ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ

ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ ΤΟ ΕΛΑΙΟ ΤΩΝ ΠΛΟΥΣΙΩΝ

"Ελαιόλαδο" χαρακτηρίζεται το έλαιο που λαμβάνεται από τους καρπούς της Ελιάς της Ευρωπαϊκής (Οlea europea) με μέσα αποκλειστικά μηχανικά και μεθόδους ή επεξεργασίες οπωσδήποτε φυσικές, σε θερμοκρασίες που να μην προκαλούν αλλοίωση του ελαίου.

 Το ελαιόλαδο, εξαιτίας των θρεπτικών και βιολογικών του ιδιοτήτων αποτελεί ένα βασικό συστατικό στο διαιτολόγιο των κατοίκων ορισμένων περιοχών της γης από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Πολλοί ιστορικοί ήδη αναφέρονταν στις θρεπτικές και θεραπευτικές ιδιότητες του ελαιόλαδου και στη χρησιμοποίηση του από τα αρχαία χρόνια.

 Χαρακτηριστικό είναι ότι το ελαιόλαδο στο μεγαλύτερο ποσοστό (80% περίπου) καταναλώνεται στις χώρες που παράγεται. Σε αυτό συντελεί κυρίως η μακραίωνη συνήθεια στα ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του ελαιόλαδου των πληθυσμών των χωρών παραγωγής και η αποδοχή της υψηλής διαιτητικής του αξίας (Κυριτσάκης 1988).

 Η χώρα μας, η οποία έρχεται τρίτη στον κόσμο σε παραγωγή ελαιόλαδου καλύπτοντας περίπου το 16% της παγκόσμιας παραγωγής, παρουσιάζει τη μεγαλύτερη κατανάλωση, σε διεθνές επίπεδο. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η κατανάλωση ελαιόλαδου, στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας μας, κυμαίνεται σημαντικά και είναι μεγαλύτερη στις ελαιοκομικές περιοχές (Κυριτσάκης 1988).

 Θερμιδική Αξία

 Το ελαιόλαδο, όπως και κάθε άλλο λίπος ή έλαιο, αποδίδει στον οργανισμό τον ίδιο αριθμό μεγάλων θερμίδων που είναι 9,3 για κάθε γραμμάριο καταναλούμενης λιπαρής ύλης (9,3 Kcal/g) (Ratledge 1984; 1993).

 Γευστικότητα

 Το ελαιόλαδο είναι ένα από τα φυτικά έλαια που μπορούν να καταναλωθούν αμέσως μετά την παραλαβή τους χωρίς καμιά επεξεργασία. Στη μορφή αυτή, το ελαιόλαδο διατηρεί τα σπουδαία συστατικά του (γευστικά-αρωματικά), που περιέχει όταν βρίσκεται στον ελαιόκαρπο, τα οποία και του προσδίδουν ιδιαίτερη γευστικότητα που το ξεχωρίζει από τα άλλα φυτικά έλαια.

 Αφομοίωση

 Η αφομοίωση του ελαιόλαδου από τον ανθρώπινο οργανισμό, είναι πολύ μεγάλη. Μελέτες έδειξαν ότι ο βαθμός αφομοίωσης του λαδιού αυτού μπορεί να φτάσει το 98% (Fedeli 1977). Εξαιτίας της μεγάλης αφομοίωσης του ελαιόλαδου, διευκολύνεται και η απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών οι οποίες περιέχονται σ' αυτό. Περαιτέρω, έχει διαπιστωθεί ότι το ελαιόλαδο βοηθά και στην πέψη των άλλων λιπαρών υλών, γιατί διευκολύνει τις εκκρίσεις του πεπτικού συστήματος και της χολής και διεγείρει το ένζυμο παγκρεατική λιπάση (Casares 1969; Christakis et al. 1980). Το ελαιόλαδο ευνοεί επίσης το μεταβολισμό της ενδογενούς χοληστερόλης.

Γενικά οι καλές πεπτικές ιδιότητες του ελαιόλαδου αποδίδονται στην εξισορροπημένη χημική του σύνθεση και στις καλές οργανοληπτικές του ιδιότητες (Κυριτσάκης, 1988). Συμπερασματικά μπορεί να αναφερθεί ότι το ελαιόλαδο πέπτεται (αφομοιώνεται) από τον οργανισμό του ανθρώπου, σε βαθμό ο οποίος θεωρείται ιδανικός. Η σύνθεση του σε λιπαρά οξέα, η ιδιότητα του να διευκολύνει τις εκκρίσεις της χολής και η παρουσία ορισμένων συστατικών, όπως είναι η χλωροφύλλη η οποία διευκολύνει την αφομοίωση του, βοηθούν στην αύξηση των εκκρίσεων του πεπτικού σωλήνα διευκολύνοντας έτσι έμμεσα και την πέψη των άλλων τροφών.

 Ανθεκτικότητα Του Ελαιόλαδου Κατά Το Μαγείρεμα

 Είναι γεγονός ότι τα λίπη, τα έλαια και γενικά όλες οι λιπαρές ύλες οξειδώνονται, από την επίδραση της θερμοκρασίας, κατά το μαγείρεμα και το τηγάνισμα ιδιαίτερα δε όταν οι συνθήκες είναι πολύ δραστικές, δηλαδή η θερμοκρασία είναι υψηλή και η διάρκεια μαγειρέματος-τηγανίσματος μεγάλη (Κυριτσάκης 1988; Aggelousis and Lalas 1997; Tsaknis et al. 1999). Έντονη και προχωρημένη οξείδωση συνδέεται με τη δημιουργία υπεροξειδίων, πολυμερών και προϊόντων διάσπασης των υπεροξειδίων, σημειώνεται δε ότι η οξείδωση των ελαίων είναι αντίδραση αυτοκαταλυόμενη. Τα προϊόντα οξείδωσης σε μεγάλες ποσότητες είναι δυνατό να επιδράσουν στο συκώτι, στην καρδιά και στις αρτηρίες, θεωρούνται δε και ως καρκινογόνα. Ακόμη, εντονότερη οξείδωση οδηγεί στο σχηματισμό ακρολεΐνης, ενός συστατικού το οποίο πιστεύεται ότι επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί οίδημα και τραυματισμό στα κύτταρα του ήπατος. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η παρουσία της ακρολεΐνης θεωρείται σχετιζόμενη με τη σύνθεση ακρυλαμιδίου σε διάφορα αμυλούχα τρόφιμα τα οποία τηγανίζονται παρουσία ευκόλως οξειδούμενων ελαίων σε υψηλές θερμοκρασίες, και η ουσία αυτή θεωρείται καρκινιγόνος και μεταλλαξιογόνος (Mottram et al. 2002). Κατόπιν τούτων, είναι προφανές και επιθυμητό τα βρώσιμα έλαια να έχουν αυξημένη ανθεκτικότητα στην οξείδωση. Το ελαιόλαδο οξειδώνεται λιγότερο από τα σπορέλαια, κατά το τηγάνισμα, επειδή περιέχει σε μικρότερο ποσοστό πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (λινελαϊκό οξύ Δ9,12C18:2- α-λινολενικό οξύ Δ9,12,15C18:3) και μεγαλύτερο ποσοστό μονοακόρεστα (ελαϊκό οξύ Δ9C18:1) λιπαρά οξέα. Έτσι στο ελαιόλαδο, κατά το τηγάνισμα, περιορίζεται αισθητά ο σχηματισμός υπεροξειδίων και ελεύθερων ριζών που έχουν αρνητική επίδραση στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος (Harman 1980; Christakis et al. 1982), ενώ οι δυσάρεστες συνέπειες που είναι δυνατό να προκληθούν στον οργανισμό από το ελαιόλαδο κατά την επανειλημμένη χρήση του στο τηγάνισμα και το μαγείρεμα, είναι πολύ λιγότερες από αυτές οι οποίες προκαλούνται από τα άλλα φυτικά έλαια που υποβάλλονται στις ίδιες συνθήκες (Aggelousis and Lalas 1997; Tsaknis et al. 1999).

 Το ελαιόλαδο στην υγεία του ανθρώπου - βιολογικός ρόλος

 Γενικά το ελαιόλαδο χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα, ως θρεπτικό συστατικό, ως φάρμακο ή φορέας φαρμάκων και ως καλλυντικό.

Πριν από έναν αιώνα περίπου διαπιστώθηκε ότι προσθήκη ελαιόλαδου στο γεύμα βοηθούσε στη μείωση της συγκέντρωσης των γαστρικών υγρών, μείωση της δυσπεψίας και ελάττωση του πόνου, με τη χορήγηση ελαιόλαδου μαζί με χυμό από πορτοκάλι (Κυριτσάκης 1988).

Νεότερες μελέτες έδειξαν τη θεραπευτική δράση του ελαιόλαδου στο δωδεκαδακτυλικό έλκος και τη βελτίωση της κινητικότητας του παχέως εντέρου. Αντικατάσταση, στο διαιτολόγιο, του ζωικού λίπους με ελαιόλαδο μείωσε κατά 33,4% τα περιστατικά του έλκους του δωδεκαδάκτυλου (Κυριτσάκης 1988).

 Από πολύ παλαιά το ελαιόλαδο χρησιμοποιήθηκε σε τοπικές εφαρμογές κατά των παθήσεων του δέρματος με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Φαίνεται ότι ο ρόλος του στην περίπτωση αυτή οφείλεται στη δράση της βιταμίνης Ε. Γνωστός επίσης είναι ο προστατευτικός ρόλος του ελαιόλαδου στο δέρμα από την ακτινοβολία και ο κατευναστικός ρόλος του στους πόνους από νήγματα διαφόρων εντόμων (Ηurley 1919).

Οι Christakis et al. (1980) υποστήριξαν ότι το ελαιόλαδο προλαμβάνει ορισμένες ασθένειες του ήπατος και παρουσιάζει αξιόλογη ευεργετική δράση στη θεραπεία του διαβήτη. Επίσης διαπιστώθηκε ότι το ελαιόλαδο εξαιτίας της μεγάλης του περιεκτικότητας στο μονοακόρεστο ελαϊκό οξύ προστατεύει τον οργανισμό από τη δημιουργία θρομβώσεων (Κυριτσάκης 1988). Το ελαιόλαδο, ακόμη, επιδρά ευνοϊκά στην ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος, στη δομή των οστών του εγκεφάλου και του αγγειακού συστήματος και στην κανονική ανάπτυξη των παιδιών (Christakis et al. 1982; Laval Jeanter et al. 1980; Crawford et al. 1980).

Η ευνοϊκή δράση του ελαιόλαδου στην ανάπτυξη των νεαρών οργανισμών σύμφωνα με τους Crawford et al. (1980) αποδίδεται στο ρόλο που διαδραματίζει το ελαϊκό οξύ που βρίσκεται σε μεγάλη ποσότητα στο ελαιόλαδο. Επίσης πολύ αξιόλογος είναι ο ρόλος του λινελαϊκού οξέος το οποίο συναντάται στο ελαιόλαδο στην ίδια περίπου περιεκτικότητα με το μητρικό γάλα.

Είναι γνωστό ότι το λιπαρά οξέα λινελαϊκό (Δ9,12C18:2) και α-λινολενικό (Δ9,12,15C18:3) είναι απαραίτητα λιπαρά οξέα τα οποία δεν δύνανται να βιοσυντεθούν από τον άνθρωπο και συνιστούν τον προάγγελο βιοσύνθεσης των προσταγλανδινών, των προστακυκλινών και των θρομβοξανών των ομάδων n-6 και n-3. Απρόσκοπτη βιοσύνθεση των ουσιών αυτών σχετίζεται με μειωμένο αριθμό παθήσεων του καρδιοαγγειακού συστήματος του ανθρώπου δεδομέμης της αύξησης της HDL-χοληστερόλης στον ορό του αίματος και συνεπώς μείωσης της παρουσίας αθηρωματικών πλακών στο αίμα (Beare-Rogers 1985; 1988; Aggelis et al. 1987; 1988; Horrobin 1992; Ratledge 1993).

Είναι γνωστό επίσης, ότι η υπερκατανάλωση πολυακόρεστων ελαίων ή γενικά ο υπερεμπλουτισμός της δίαιτας με τέτοιες λιπαρές ύλες (πολυακόρεστες), έχει δημιουργήσει πολλά ερωτηματικά και έχουν διατυπωθεί αρκετές επιφυλάξεις. Οι επιφυλάξεις αυτές στρέφονται, κυρίως, στους κινδύνους οι οποίοι μπορεί να δημιουργηθούν από τα προϊόντα οξείδωσης των πολυακορέστων λιπαρών υλών και από την αύξηση των αναγκών του οργανισμού σε βιταμίνη Ε, που είναι συνέπεια της μεγάλης κατανάλωσης πολυακορέστων λιπαρών οξέων. Βεβαίως είναι γνωστό ότι ο ανθρώπινος οργανισμός χρειάζεται οπωσδήποτε τα απαραίτητα πολυακόρεστα οξέα λινελαϊκό και α-λινολενικό και ότι η έλλειψη των οξέων αυτών δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Ιδιαίτερο δε ρόλο, στη διατροφή, δεν έχει το μόνο το αθροιστικό σύνολο των πολυακορέστων λιπαρών οξέων (λινελαϊκό - α-λινολενικό) αλλά η μεταξύ τους σχέση (Emken 1983; Bear-Rogers 1988). Ενώ όμως είναι διαπιστωμένη η αναγκαιότητα της παρουσίας των πολυακορέστων λιπαρών οξέων, στη δίαιτα, θα ήταν ίσως παρακινδυνευμένο να δεχτούμε ότι η συνεχής αύξηση της κατανάλωσης πολυακoρέστων ελαίων αποτελεί τη μόνη λύση αφού, όπως προαναφέρθηκε, έχουν εκδηλωθεί προβλήματα από την αυξημένη κατανάλωση τους.

Οι Christakis et al. (1980) αποδίδουν την υψηλή βιολογική αξία του ελαιόλαδου στα παρακάτω χαρακτηριστικά του:

       Στην καλή σχέση των κορεσμένων και των μονοακορέστων λιπαρών οξέων.

       Στην καλή σχέση μεταξύ της βιταμίνης Ε και των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων (κυρίως λινελαϊκό οξύ)

       Στην παρουσία φυσικών αντιοξειδωτικών ουσιών σε άριστη συγκέντρωση.

       Στην παρουσία του λινελαϊκού οξέος σε ποσοστό 10%, περίπου, ποσοστό που βρίσκεται μέσα στα όρια των απαιτήσεων του οργανισμού, σε βασικά λιπαρά οξέα, καλύπτοντας έτσι τις ανάγκες του και όταν το ελαιόλαδο χρησιμοποιείται σαν μόνη πηγή λιπαρών.

       Στη μεγάλη περιεκτικότητα σε υδρογονάνθρακα σκουαλένιο, ο οποίος διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στο μεταβολισμό.

Συμπερασματικά μπορεί να αναφερθεί ότι το ελαιόλαδο είναι μια σπουδαία λιπαρή ύλη στη διατροφή του ανθρώπου με αναμφισβήτητη βιολογική και θρεπτική αξία.

 

 

Όροι Χρήσης | Τρόποι αποστολής | Τρόποι πληρωμής

Copyright KORONI 2009